ἀσπάλαξ

ἀσπάλαξ, -ακος
Grammatical information: m.
Meaning: `mole, Sphalax typhus' (Arist.; s. Thompson ClRev. 32, 9ff.).
Other forms: Also σπάλαξ m. f. (Arist.), ἀσφάλαξ m. (Babr.) and σφάλαξ (Paus.)
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: The suffix -αξ in animal names is well known (κόραξ, σκύλαξ, Chantr. Form. 378). One connected *sp(h)el- `split, tear off' (Pok. 985), cf. σπολάς; which is quite uncertain. Further cf. σφαλάσσειν τέμνειν, κεντεῖν H. The variations and the fact that there is no IE etym. make a substr. word probable. The synonym σκάλοψ may be a variant or a recent metathesis. (Not here σπάλαθρον `poker'.) Improb. Fraenkel, Gedenkschr. Kretschmer 1, 104.
Page in Frisk: 1,167

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ασπάλαξ — Μικρό θηλαστικό ζώο του γένους talpa, της οικογένειας των ασπαλακίδων, της τάξης των εντομοφάγων θηλαστικών. Το είδος, που ζει στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη (talpa europaes), έχει μήκος 12 13 εκ. και τα πρόσθια άκρα του είναι… …   Dictionary of Greek

  • ἀσπαλάκων — ἀσπάλαξ blind rat masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάλακα — ἀσπάλαξ blind rat masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάλακας — ἀσπάλαξ blind rat masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάλακες — ἀσπάλαξ blind rat masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάλακος — ἀσπάλαξ blind rat masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάλαξιν — ἀσπάλαξ blind rat masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασπάλακας — ο (Α ἀσπάλαξ και σπάλαξ και ἀσφάλαξ και σφάλαξ) 1. ο τυφλοπόντικας 2. ο τυφλός (πρβλ. αρχ. παροιμ. «ἀσπάλακος τυφλότερος») νεοελλ. 1. μτφ. αυτός που δεν είναι οξυδερκής, που δεν βλέπει τι γίνεται γύρω του 2. το θηλαστικό σκίουρος ο κοινός, η… …   Dictionary of Greek

  • Asclepius — Infobox Greek deity Caption = Statue of Asclepius with his symbol, the serpent entwined staff Name = Asclepius God of = God of medicine, healing, and physicians Abode = Symbol = A serpent entwined staff Consort = Epione Parents = Apollo and… …   Wikipedia

  • Asclepios — Asclépios Statue d Asclépios du sanctuaire d Épidaure, copie d un original du IVe siècle av. J. C., Musée national archéologique d Athènes Dans la mythologie grecque, Ascl …   Wikipédia en Français

  • Asclépios — Pour les articles homonymes, voir Asclépios (homonymie). Statue d Asclépios du sanctuaire d Épidaure, copie d un original du IVe siècle …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.